φλύαρος

επίθετο

1. Που συνηθίζει να μιλάει υπερβολικά, χωρίς μέτρο και συνήθως για επουσιώδη πράγματα.

2. (Για λόγο, κείμενο ή έργο τέχνης) Που χαρακτηρίζεται από πλατειασμό, περιττά στοιχεία ή έλλειψη λιτότητας.

Συνώνυμα

πολυλόγος αδολεσχής πολυλογάς λαλίστατος κενολόγος ματαιολόγος αερολόγος πλατειαστικός βερμπαλιστικός μωρολόγος γλωσσάς μακροσκελής φορτωμένος ακατάσχετος πλατύς κουραστικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είναι τόσο φλύαρος που δεν αφήνει κανέναν άλλον να αρθρώσει λέξη.
  • Το δοκίμιό του ήταν εξαιρετικά φλύαρο και χρειαζόταν γενναίο συμμάζεμα.
  • Μην γίνεσαι φλύαρη, πες μου κατευθείαν ποιο είναι το πρόβλημα.
  • Ο σκηνοθέτης απέφυγε τα φλύαρα πλάνα και δημιούργησε μια ταινία γεμάτη ένταση και ρυθμό.