φοιτήτρια

ουσιαστικό

1. Γυναίκα που σπουδάζει σε ίδρυμα ανώτατης ή ανώτερης εκπαίδευσης (πανεπιστήμιο, πολυτεχνείο κ.λπ.).

2. (γενικότερα) Γυναίκα που παρακολουθεί μαθήματα σε σχολή ή άλλο εκπαιδευτικό πρόγραμμα.

Συνώνυμα

σπουδάστρια προπτυχιακή τελειόφοιτη μεταπτυχιακή πρωτοετής μαθήτρια δευτεροετής εκπαιδευόμενη διδασκόμενη καταρτιζόμενη επιμορφούμενη διδακτορική ακροάτρια μαθητευόμενη υπότροφος

Αντώνυμα

καθηγήτρια διδάσκουσα εκπαιδεύτρια δασκάλα απόφοιτη πτυχιούχος αμόρφωτη αμαθής αναλφάβητη

Παραδείγματα χρήσης

  • Ως πρωτοετής φοιτήτρια, δυσκολεύτηκε στην αρχή να προσαρμοστεί στους ρυθμούς της ζωής στη Θεσσαλονίκη.
  • Οι φοιτήτριες και οι φοιτητές του τμήματος Ιατρικής πραγματοποίησαν συγκέντρωση διαμαρτυρίας.
  • Εργάζεται part-time σε καφετέρια για να καλύπτει τα έξοδά της όσο είναι ακόμα φοιτήτρια.
  • Η καθηγήτρια ανέθεσε τη διεξαγωγή του πειράματος σε μία τελειόφοιτη φοιτήτρια της σχολής.