χάνομαι
ρήμα1. Απομακρύνομαι από την καθορισμένη πορεία ή το σημείο αναφοράς και αδυνατώ να προσανατολιστώ.
2. Παύω να είμαι εντοπίσιμος ή εμφανής σε έναν χώρο ή κατάσταση, με αποτέλεσμα η παρουσία μου να διακόπτεται.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- χάνομαι εύκολα όταν δεν έχω χάρτη.
- Συχνά χάνομαι στις σκέψεις μου το βράδυ.
- χάνομαι στη μουσική και ξεχνάω τα πάντα γύρω μου.
- Φοβάμαι να χάνομαι σε ξένη πόλη χωρίς τηλέφωνο.
- Όταν διαβάζω, μερικές φορές χάνομαι μέσα στους χαρακτήρες της ιστορίας.