χαμηλότερος
επίθετο1. Που βρίσκεται σε μικρότερο ύψος, στάθμη ή υψόμετρο συγκριτικά με άλλο.
2. Που παρουσιάζει μικρότερη ένταση, ποσότητα, τιμή ή μέγεθος.
3. Που κατέχει υποδεέστερη βαθμίδα σε αξιολογική, ιεραρχική ή ποιοτική κλίμακα.
Συνώνυμα
κατώτερος μικρότερος κοντύτερος υποδεέστερος ταπεινότερος ελάσσων ευτελέστερος λιγότερος πενιχρότερος βαθύτερος χειρότερος υπολειπόμενος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το διαμέρισμα στον χαμηλότερο όροφο είχε σαφώς λιγότερο φυσικό φως.
- Αναζητούμε μια προσφορά με χαμηλότερο κόστος για να μην ξεπεράσουμε τον προϋπολογισμό.
- Στη φετινή διοργάνωση σημειώθηκε χαμηλότερη συμμετοχή σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.
- Η θερμοκρασία έπεσε σε χαμηλότερα επίπεδα από το αναμενόμενο για την εποχή.