υπέρτερος
επίθετο1. Που υπερέχει σε ποιότητα, ικανότητα, αξία ή θέση σε σχέση με άλλο ή με το συνηθισμένο.
2. Που βρίσκεται ή τοποθετείται σε ανώτερο επίπεδο, βαθμίδα ή θέση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ομάδα ήταν σαφώς υπέρτερη των αντιπάλων της.
- Ο διευθυντής είναι υπέρτερος στην ιεραρχία του οργανισμού.
- Το καινούργιο μοντέλο είναι υπέρτερο σε απόδοση από το προηγούμενο.
- Οι υπέρτεροι αξιωματικοί έλαβαν την τελική απόφαση.
- Στη συζήτηση ήταν υπέρτερος του αντιπάλου του.