χαρούμενα
επίρρημα1. Με αίσθημα χαράς, ευθυμίας ή ψυχικής ικανοποίησης.
2. Με τρόπο που εκφράζει, υποδηλώνει ή προκαλεί ευχαρίστηση, κέφι και ζωντάνια.
Συνώνυμα
εύθυμα πρόσχαρα χαρωπά κεφάτα ευτυχισμένα γελαστά ευδιάθετα ευχάριστα γιορτινά ιλαρά φαιδρά ξέγνοιαστα ανέμελα αισιόδοξα φωτεινά ζωηρά αγαλλίαστα πανηγυρικά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα παιδιά έπαιζαν και γελούσαν χαρούμενα στην αυλή του σχολείου.
- Μας υποδέχτηκε πολύ χαρούμενα στο καινούργιο του σπίτι.
- Όταν άκουσε τα ευχάριστα νέα, άρχισε να τραγουδάει χαρούμενα.
- Το σαλόνι ήταν διακοσμημένο με φωτεινά και χαρούμενα χρώματα.