άνωθεν

επίρρημα

1. Από ψηλότερο σημείο, από ψηλά προς τα κάτω στον χώρο.

2. Από ανώτερη ιεραρχική αρχή, εξουσία ή από θεϊκή παρέμβαση.

3. Σε κείμενο ή λόγο, σε προηγούμενο σημείο, παραπάνω.

Συνώνυμα

αποπάνω ψηλόθεν επάνωθεν ανωτέρω παραπάνω ουρανόθεν θεόθεν προηγουμένως υψηλόθεν υπεράνω πρωτύτερα ιεραρχικά προγενέστερα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Περιμένουμε εντολές άνωθεν για να προχωρήσουμε στις απαραίτητες ενέργειες.
  • Το φως έπεφτε άνωθεν, δημιουργώντας έντονες σκιές στον χώρο.
  • Όπως σημειώθηκε άνωθεν, τα δεδομένα της έκθεσης χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.
  • Οι πιστοί θεώρησαν τη σωτηρία τους ως βοήθεια δοσμένη άνωθεν.