επάνωθεν
επίρρημα1. Από το επάνω μέρος, από ψηλότερη θέση ή από την κορυφή προς τα κάτω.
2. Μεταφορικά, από ανώτερη αρχή, εξουσία ή από θεϊκή πηγή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εντολή για την αναστολή της λειτουργίας του τμήματος δόθηκε επάνωθεν.
- Παρατηρούσε την κίνηση της πόλης επάνωθεν, στεκόμενος στην άκρη του ψηλού βράχου.
- Το φως του προβολέα έπεφτε επάνωθεν, δημιουργώντας έντονες σκιές στη σκηνή.
- Θεωρούσαν ότι η σοφία του ηγεμόνα ήταν χάρισμα δοσμένο επάνωθεν.