έγκριτος
επίθετο1. Αυτός που διαθέτει επιστημονικό ή επαγγελματικό κύρος, απολαμβάνει γενικής εκτίμησης και θεωρείται αξιόπιστος.
2. (Λόγιο/Σπάνιο) Αυτός που έχει επιλεγεί ή εγκριθεί μεταξύ άλλων έπειτα από κρίση· ο επίλεκτος.
Συνώνυμα
έγκυρος διακεκριμένος καταξιωμένος αξιόπιστος εξέχων διαπρεπής ευυπόληπτος επιφανής αναγνωρισμένος αξιόλογος σεβαστός περίβλεπτος επίλεκτος σπουδαίος επίσημος δοκιμασμένος
Αντώνυμα
ανυπόληπτος αναξιόπιστος άσημος αφανής αμφιλεγόμενος κακόφημος άγνωστος περιφρονητέος ανάξιος ευτελής
Παραδείγματα χρήσης
- Την υπόθεση ανέλαβε ένας έγκριτος νομικός με πολυετή πείρα στα ποινικά δικαστήρια.
- Η έρευνα της ομάδας δημοσιεύτηκε σε έγκριτο διεθνές επιστημονικό περιοδικό.
- Πολλοί έγκριτοι αναλυτές εκτιμούν ότι η οικονομική ανάκαμψη θα καθυστερήσει.
- Η επιτροπή συγκροτήθηκε από έγκριτα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας.