έμμεσος

επίθετο

1. Αυτός που δεν πραγματοποιείται ή δεν εκδηλώνεται απευθείας, αλλά μέσω ενδιάμεσου προσώπου, μέσου ή παράγοντα.

2. Αυτός που δεν εκφράζεται ρητά και καθαρά, αλλά υπονοείται· υπαινικτικός, πλάγιος.

Συνώνυμα

πλάγιος υπαινικτικός διαμεσολαβημένος περιφραστικός συγκεκαλυμμένος κεκαλυμμένος παράπλευρος δευτερογενής δευτερεύων επακόλουθος υπολανθάνων καλυμμένος κρυφός περιστροφικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν μου το είπε ανοιχτά, αλλά άφησε μια έμμεση αιχμή για τη δουλειά μου.
  • Η αύξηση της τιμής των καυσίμων είχε έμμεσες επιπτώσεις στο κόστος των τροφίμων.
  • Ο πολιτικός απέφυγε την ευθεία αντιπαράθεση και προτίμησε έναν έμμεσο τρόπο απάντησης.
  • Η φορολόγηση της κατανάλωσης αποτελεί έναν έμμεσο φόρο που επιβαρύνει όλους τους πολίτες.