αβάσιμος
επίθετο1. Που στερείται βάσης ή τεκμηρίωσης και δεν υποστηρίζεται από επαρκή στοιχεία.
2. Που δεν αντέχει σε λογική ή επιχειρηματολογική εξέταση και δεν μπορεί να θεωρηθεί πειστικός.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
βάσιμος τεκμηριωμένος αποδεδειγμένος εμπεριστατωμένος έγκυρος αποδεικτικός εύλογος επιβεβαιωμένος επαληθευμένος δικαιολογημένος αιτιολογημένος δόκιμος ορθός σωστός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αβάσιμος ισχυρισμός του απορρίφθηκε από το δικαστήριο.
- Ο ισχυρισμός ότι έκλεψε ήταν αβάσιμος και δεν τεκμηριώθηκε.
- Ο αβάσιμος φόβος για επιδημία προκάλεσε πανικό χωρίς λόγο.
- Ο αβάσιμος λόγος για την καθυστέρηση ενοχλεί τους συνεργάτες.
- Ο αβάσιμος σχεδιασμός της γέφυρας την έκανε επικίνδυνη λόγω έλλειψης στήριξης.