ατεκμηρίωτος
επίθετοΠου δεν βασίζεται σε έγγραφα, αποδείξεις ή πειστικά στοιχεία και στερείται επιστημονικής ή λογικής θεμελίωσης.
Συνώνυμα
αστήρικτος αβάσιμος αναπόδεικτος ανυπόστατος ανεπιβεβαίωτος αθεμελίωτος έωλος αυθαίρετος ανεξακρίβωτος ανεπαλήθευτος αδιασταύρωτος ανέλεγκτος αμάρτυρος μετέωρος αμφίβολος ξεκάρφωτος
Αντώνυμα
τεκμηριωμένος βάσιμος αποδεδειγμένος επιβεβαιωμένος θεμελιωμένος εμπεριστατωμένος εξακριβωμένος επαληθευμένος διασταυρωμένος έγκυρος αδιάσειστος
Παραδείγματα χρήσης
- Το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως εντελώς ατεκμηρίωτη.
- Δεν πρέπει να αναπαράγουμε ατεκμηρίωτες ειδήσεις και φήμες από το διαδίκτυο.
- Ο ισχυρισμός του ερευνητή κρίθηκε ατεκμηρίωτος από την επιστημονική κοινότητα.
- Παρουσίασε μια ατεκμηρίωτη θεωρία χωρίς να παραθέσει καμία απολύτως βιβλιογραφική πηγή.