αναπόδεικτος

επίθετο

1. Που δεν έχει αποδειχθεί ή τεκμηριωθεί με στοιχεία και λογικά επιχειρήματα· αστήρικτος, ατεκμηρίωτος.

2. (επιστήμη, λογική) Που γίνεται δεκτός χωρίς προηγούμενη απόδειξη, ως αξίωμα ή υπόθεση εργασίας.

Συνώνυμα

ατεκμηρίωτος ανεπιβεβαίωτος ανεπαλήθευτος αστήρικτος αβάσιμος ανυπόστατος αθεμελίωτος αβεβαίωτος ανεξακρίβωτος αδιασταύρωτος αμάρτυρος ανεξέλεγκτος υποθετικός αδιερεύνητος αξιωματικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Όλοι οι ισχυρισμοί του συνηγόρου κρίθηκαν αναπόδεικτοι από το δικαστήριο ελλείψει μαρτύρων.
  • Πρόκειται για μια γοητευτική θεωρία, η οποία όμως παραμένει μέχρι σήμερα επιστημονικά αναπόδεικτη.
  • Δεν επιτρέπεται να διατυπώνεις τόσο σοβαρές και αναπόδεικτες κατηγορίες εναντίον συναδέλφων σου.
  • Το άρθρο βρίθει από αναπόδεικτους ισχυρισμούς που δεν βασίζονται σε καμία επίσημη πηγή.