αγκομαχώ
ρήμα1. Αναπνέω με δυσκολία και με βαρύ ήχο εξαιτίας έντονης σωματικής κούρασης, εξάντλησης ή ασθένειας.
2. Καταβάλλω υπερβολική προσπάθεια, κοπιάζω και μοχθώ για να αντεπεξέλθω σε δυσκολίες ή να ολοκληρώσω ένα έργο.
Συνώνυμα
λαχανιάζω ασθμαίνω βαριανασαίνω βογκώ στενάζω ξεφυσώ αναφυσώ ζορίζομαι παιδεύομαι κοπιάζω μοχθώ πασχίζω ιδροκοπώ δυσκολεύομαι ταλαιπωρούμαι καταπονούμαι χτικιάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ανέβηκε τις σκάλες κουβαλώντας τα ψώνια και έφτασε στην πόρτα να αγκομαχά.
- Η οικονομία της χώρας αγκομαχά κάτω από το βάρος του υπέρογκου χρέους.
- Το παλιό φορτηγό αγκομαχούσε στην ανηφόρα φορτωμένο με ξυλεία.
- Σταμάτησε για λίγο στο μονοπάτι, αγκομαχώντας από την εξάντληση και τη ζέστη.