αγραμματοσύνη
ουσιαστικό1. Η κατάσταση εκείνου που δεν γνωρίζει ανάγνωση και γραφή· ο αναλφαβητισμός.
2. Η έλλειψη παιδείας, μόρφωσης ή γενικότερης πνευματικής καλλιέργειας.
Συνώνυμα
αναλφαβητισμός αμορφωσιά απαιδευσία αμαθία ακαλλιεργησιά ασχετοσύνη αξεστοσύνη απολιτισιά σκοταδισμός αγροικία πρωτογονισμός
Αντώνυμα
γραμματοσύνη εγγραμματοσύνη μόρφωση παιδεία καλλιέργεια πολυμάθεια ευρυμάθεια μάθηση γνώση γραμματισμός
Παραδείγματα χρήσης
- Τα υψηλά ποσοστά αγραμματοσύνης στα χωριά της υπαίθρου μειώθηκαν δραστικά μετά τον πόλεμο.
- Παρά τον πλούτο του, η αγραμματοσύνη του γινόταν αμέσως φανερή μόλις άνοιγε το στόμα του να μιλήσει.
- Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση είχε ως κύριο στόχο την οριστική εξάλειψη της αγραμματοσύνης.
- Πολλοί ηλικιωμένοι υπέφεραν από την αγραμματοσύνη τους, αδυνατώντας να διαβάσουν ακόμη και τις οδηγίες ενός φαρμάκου.