αμορφωσιά

ουσιαστικό

Κατάσταση ή ιδιότητα ατόμου ή ομάδας που χαρακτηρίζεται από περιορισμένη ή ανύπαρκτη συστηματική εκπαίδευση και βασικές γνώσεις, με επακόλουθη δυσκολία στην κριτική σκέψη και στην ενεργό κοινωνική και πολιτισμική συμμετοχή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αμορφωσιά δεν είναι μόνο έλλειψη γνώσεων αλλά και έλλειψη κριτικής σκέψης.
  • Η αμορφωσιά στην περιοχή οφείλεται συχνά στην εγκατάλειψη των σχολείων.
  • Η συμπεριφορά του στη συζήτηση αποκάλυψε την αμορφωσιά του πάνω στο θέμα.
  • Μη μιλάς με τέτοιο τρόπο· μοιάζει σαν να υπερισχύει η αμορφωσιά αντί του σεβασμού.
  • Οι πολιτικές αποφάσεις χωρίς σχεδιασμό τροφοδοτούν την αμορφωσιά και την κοινωνική ανισότητα.