αγροτικός
επίθετο1. Σχετικός με τους αγρούς, τα χωράφια, την καλλιέργεια της γης ή τη γεωργία.
2. Που ανήκει, προέρχεται ή αρμόζει στην ύπαιθρο, το χωριό και τους κατοίκους του.
Συνώνυμα
γεωργικός χωριάτικος επαρχιακός επαρχιώτικος εξοχικός χωρικός καλλιεργητικός γεωπονικός βουκολικός ποιμενικός κτηνοτροφικός αγρόβιος περιφερειακός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αγροτική παραγωγή της χώρας επλήγη σοβαρά από την παρατεταμένη ξηρασία.
- Μετά την αποφοίτησή της από την ιατρική, πήγε να κάνει το αγροτικό της σε ένα απομακρυσμένο νησί.
- Φόρτωσαν τα τελάρα με τα ροδάκινα στην καρότσα από το αγροτικό για να τα πάνε στη λαϊκή.
- Πολλοί νέοι εγκαταλείπουν τις μεγαλουπόλεις αναζητώντας τους ήρεμους ρυθμούς της αγροτικής ζωής.