αδρομερής
επίθετο1. Που εκθέτει, εξετάζει ή παρουσιάζει μόνο τα κύρια και βασικά σημεία ενός θέματος, χωρίς υπεισέλευση σε λεπτομέρειες.
2. Που αποτελείται από μεγάλα, χοντρά τμήματα ή κόκκους.
Συνώνυμα
χονδρικός χονδρομερής αδρός χονδροειδής σχηματικός συνοπτικός γενικός περιληπτικός προσεγγιστικός παχύκοκκος επιφανειακός πρόχειρος ακροθιγής αόριστος τραχύς
Αντώνυμα
λεπτομερής αναλυτικός διεξοδικός ενδελεχής εξονυχιστικός ακριβής λεπτομερειακός ψιλόκοκκος σχολαστικός λεπτός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εισηγητής έκανε μια αδρομερή παρουσίαση του σχεδίου, υποσχόμενος αναλυτικότερα στοιχεία αργότερα.
- Οι πρώτες εκτιμήσεις του προϋπολογισμού είναι ακόμα αδρομερείς και χρήζουν εξειδίκευσης.
- Στη γεωλογική τομή διακρίνονται σαφώς τα αδρομερή ιζήματα από τα λεπτόκοκκα στρώματα αργίλου.
- Αρκέστηκε σε μια αδρομερέστατη εξιστόρηση των γεγονότων, παραλείποντας κρίσιμες λεπτομέρειες.