αδρομερώς

επίρρημα

1. Κατά τρόπο γενικό, συνοπτικό και σχηματικό, χωρίς υπεισέλευση σε λεπτομέρειες.

2. Κατά προσέγγιση ή χονδρικά.

Συνώνυμα

χονδρικά χοντρικά συνοπτικά περιληπτικά σχηματικά περιγραμματικά διαγραμματικά συγκεφαλαιωτικά γενικά γενικώς τηλεγραφικά προσεγγιστικά σφαιρικά επιφανειακά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο εισηγητής παρουσίασε αδρομερώς τα βασικά σημεία του σχεδίου νόμου.
  • Στο πρώτο κεφάλαιο του συγγράμματος περιγράφεται αδρομερώς το ιστορικό πλαίσιο της εποχής.
  • Μπορείτε να μου εκθέσετε αδρομερώς τις απόψεις σας πριν προχωρήσουμε στις λεπτομέρειες;
  • Το πλάνο δράσης έχει καταρτιστεί μόνο αδρομερώς και εκκρεμεί η εξειδίκευση των επιμέρους ενεργειών.