προσεγγιστικά
επίρρημαΜε τρόπο που πλησιάζει την πραγματικότητα ή το ακριβές μέγεθος χωρίς να είναι απόλυτος· κατά προσέγγιση, στο περίπου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κόστος της ανακαίνισης υπολογίζεται προσεγγιστικά στις δέκα χιλιάδες ευρώ.
- Μπορείτε να μου πείτε προσεγγιστικά τι ώρα θα ολοκληρωθεί η παράδοση;
- Τα στοιχεία αυτά δίνονται προσεγγιστικά, καθώς η καταμέτρηση βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.
- Γνωρίζουμε μόνο προσεγγιστικά τον πληθυσμό της περιοχής εκείνη την εποχή.