αλλάζομαι
ρήμα1. Βγάζω τα ρούχα μου και φοράω άλλα.
2. Υφίσταμαι μεταβολή, τροποποίηση ή διαφοροποίηση· μεταβάλλομαι.
3. Αντικαθίσταμαι από κάτι ή κάποιον άλλο.
Συνώνυμα
μεταβάλλομαι αλλάζω διαφοροποιούμαι τροποποιούμαι αντικαθίσταμαι μεταμορφώνομαι μετατρέπομαι εναλλάσσομαι αλλοιώνομαι υποκαθίσταμαι ντύνομαι παραλλάζομαι εξελίσσομαι μεταποιούμαι στολίζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Περίμενέ με λίγο στο σαλόνι μέχρι να αλλαχτώ, γιατί έγινα μούσκεμα από τη βροχή.
- Πήγε στο υπνοδωμάτιο για να αλλαχτεί πριν έρθουν οι καλεσμένοι για το δείπνο.
- Ο παίκτης τραυματίστηκε στο γόνατο και αναγκαστικά αλλάχτηκε στα πρώτα λεπτά του αγώνα.
- Ο χαρακτήρας και οι βαθιές συνήθειες ενός ανθρώπου δεν αλλάζονται από τη μια μέρα στην άλλη.