σταθεροποιούμαι

ρήμα

1. Καταλήγω ή μεταβαίνω σε κατάσταση σταθερότητας ή ισορροπίας μετά από περίοδο αλλαγών ή διακυμάνσεων.

2. Τιμές, δείκτες ή μεγέθη παύουν να παρουσιάζουν σημαντικές μεταβολές και διαμορφώνονται σε σταθερό επίπεδο.

Συνώνυμα

παγιώνομαι σταθεροποιώ εξομαλύνομαι εξισορροπούμαι ισορροπώ συγκροτούμαι διευθετούμαι στερεοποιούμαι προσαρμόζομαι ηρεμώ συνέρχομαι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά την επέμβαση, σταθεροποιούμαι και οι γιατροί λένε ότι η ανάρρωση προχωρά καλά.
  • Με τη στήριξη των φίλων μου, σταθεροποιούμαι ψυχολογικά και αντεπεξέρχομαι καλύτερα στο άγχος.
  • Οικονομικά, σταθεροποιούμαι μετά που μείωσα τα έξοδα και έκανα έναν προϋπολογισμό.
  • Αν οργανώσω το ημερήσιο πρόγραμμα, σταθεροποιούμαι στη δουλειά και γίνομαι πιο αποδοτικός.
  • Στη σχέση μας, με τη σωστή επικοινωνία, σταθεροποιούμαι και νιώθω ασφάλεια.