επιδεινώνομαι
ρήμα1. Γίνομαι χειρότερος σε ποιότητα, υγεία ή γενική κατάσταση.
2. Γίνομαι πιο δύσκολος, δυσάρεστος ή επικίνδυνος (για καταστάσεις, φαινόμενα ή σχέσεις).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κατάσταση της υγείας του ασθενούς επιδεινώθηκε ραγδαία κατά τη διάρκεια της νύχτας.
- Ο καιρός προβλέπεται να επιδεινωθεί από το απόγευμα με έντονες βροχοπτώσεις.
- Οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών επιδεινώνονται συνεχώς.
- Αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, το πρόβλημα της ανεργίας θα επιδεινωθεί περαιτέρω.