βελτιώνομαι
ρήμα1. Γίνομαι καλύτερος σε ικανότητες, γνώσεις, συμπεριφορά ή απόδοση μέσω συνεπούς προσπάθειας ή εμπειρίας.
2. Η κατάσταση ή το επίπεδο ενός πράγματος γίνεται πιο ευνοϊκό ή λιγότερο κρίσιμο (π.χ. για την υγεία, τις συνθήκες).
Συνώνυμα
προοδεύω εξελίσσομαι ανακάμπτω συνέρχομαι αποκαθίσταμαι θεραπεύομαι αναπτύσσομαι αναβαθμίζομαι αναρρώνω ανορθώνομαι ενισχύομαι διορθώνομαι εκσυγχρονίζομαι εξομαλύνομαι ομαλοποιούμαι ανανεώνομαι αναβαίνω αναζωογονούμαι επανακάμπτω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε μέρα που εξασκούμαι στην κιθάρα, βελτιώνομαι.
- Μετά το χειρουργείο και την αποθεραπεία, βελτιώνομαι σταδιακά.
- Ακούγοντας την κριτική, βελτιώνομαι στη δουλειά μου.
- Μέσα από τη συζήτηση και την αυτοανάλυση, βελτιώνομαι στις σχέσεις μου.
- Με μικρά βήματα και συνέπεια, βελτιώνομαι και αποκτώ περισσότερη αυτοπεποίθηση.