αλληλέγγυος

επίθετο

1. Αυτός που εκδηλώνει έμπρακτη συμπαράσταση, βοήθεια και κατανόηση προς άλλους, συμμεριζόμενος τα προβλήματα, τις ανάγκες ή τους αγώνες τους.

Συνώνυμα

συνυπόχρεος συμπαραστεκόμενος συνυπεύθυνος υποστηρικτικός αρωγός συμπάσχων φιλάλληλος ομόψυχος σύμμαχος συναδελφικός συνοδοιπόρος βοηθητικός συμμέτοχος συντρέχων ενωμένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πλήθος κόσμου στάθηκε αλληλέγγυο στους πληγέντες της καταστροφικής πυρκαγιάς.
  • Υπέγραψε τη σύμβαση ως αλληλέγγυος εγγυητής για το τραπεζικό δάνειο του αδελφού του.
  • Το σωματείο εξέφρασε την αλληλέγγυα στάση του απέναντι στους απεργούς συναδέλφους.
  • Οι δύο εταίροι είναι αλληλέγγυοι για τα χρέη που δημιούργησε η επιχείρηση.