εγωιστικός
επίθετο1. Που υπαγορεύεται από υπερβολική αγάπη για τον εαυτό και αδιαφορία για τις ανάγκες ή τα συναισθήματα των άλλων, αποσκοπώντας αποκλειστικά στο προσωπικό όφελος.
2. Που χαρακτηρίζεται από υπερτροφικό εγώ, υπεροψία ή πείσμα.
Συνώνυμα
εγωκεντρικός φίλαυτος ιδιοτελής ατομικιστικός συμφεροντολογικός ναρκισσιστικός υπεροπτικός αλαζονικός καιροσκοπικός ανάλγητος αντικοινωνικός αυτοαναφορικός
Αντώνυμα
αλτρουιστικός ανιδιοτελής αφιλοκερδής δοτικός αλληλέγγυος αυτοθυσιαστικός μεγαλόψυχος γενναιόδωρος συμπονετικός κοινωνικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ήταν μια καθαρά εγωιστική απόφαση που δεν έλαβε καθόλου υπόψη τις ανάγκες της οικογένειάς του.
- Η εγωιστική του συμπεριφορά στο τέλος απομάκρυνε όλους τους στενούς του φίλους.
- Δεν πρέπει να αντιμετωπίζεις τα προβλήματα της ομάδας με τόσο εγωιστικό τρόπο.
- Πίσω από τη φαινομενική του καλοσύνη κρυβόταν ένα βαθιά εγωιστικό κίνητρο.