αμετάκλητος

επίθετο

1. Που δεν μπορεί να ανακληθεί, να ακυρωθεί ή να αναιρεθεί, ιδίως για δικαστική απόφαση, διάταγμα ή νομική πράξη.

2. Που είναι οριστικός και δεν επιδέχεται καμία μεταβολή, αλλαγή ή ανατροπή.

Συνώνυμα

τελεσίδικος ανέκκλητος οριστικός αμετάτρεπτος αμετάβλητος ανεπίστρεπτος απαρασάλευτος ακλόνητος τετελεσμένος ανένδοτος ανυποχώρητος τελικός αναντίστροφος αναπότρεπτος αναπόφευκτος αδιάλλακτος

Αντώνυμα

ανακλητός αναστρέψιμος ακυρώσιμος αναθεωρήσιμος μετακλητός μεταβλητός προσωρινός ευμετάβλητος υποχωρητικός ενδοτικός διαπραγματεύσιμος εκκρεμής

Παραδείγματα χρήσης

  • Η δικαστική απόφαση κατέστη πλέον αμετάκλητη, καθώς απορρίφθηκαν όλα τα ένδικα μέσα.
  • Ανακοίνωσε στην οικογένειά του την αμετάκλητη απόφασή του να μεταναστεύσει στο εξωτερικό.
  • Παρά τις έντονες πιέσεις και τις παρακλήσεις, εκείνος παρέμεινε αμετάκλητος στις θέσεις του.
  • Η κλιματική αλλαγή απειλεί να προκαλέσει αμετάκλητες βλάβες στο φυσικό περιβάλλον του πλανήτη.