αμφισβητούμαι
ρήμα1. Γίνομαι αντικείμενο αμφιβολίας, δυσπιστίας ή ένστασης ως προς την αλήθεια, την εγκυρότητα ή την ορθότητά μου.
2. Αντιμετωπίζω άρνηση ή αντίδραση ως προς την ισχύ, την αξία, την υπεροχή ή τα δικαιώματά μου.
Συνώνυμα
αμφισβητιέμαι διαφιλονικούμαι αμφιβάλλομαι προσβάλλομαι ελέγχομαι εγκαλούμαι επικρίνομαι κρίνομαι υπονομεύομαι πολεμιέμαι δοκιμάζομαι απειλούμαι διακυβεύομαι απορρίπτομαι
Αντώνυμα
αναγνωρίζομαι επιβεβαιώνομαι κατοχυρώνομαι εδραιώνομαι επικυρώνομαι καθιερώνομαι επαληθεύομαι πιστοποιούμαι παγιώνομαι δικαιώνομαι ισχυροποιούμαι
Παραδείγματα χρήσης
- Η επιστημονική του επάρκεια δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανέναν.
- Από τη στιγμή που ανέλαβε την ηγεσία, αμφισβητείται διαρκώς από την εσωκομματική αντιπολίτευση.
- Το κύρος της δικαστικής απόφασης αμφισβητήθηκε αμέσως μετά την ανακοίνωσή της.
- Νιώθω ότι οι προθέσεις μου αμφισβητούνται άδικα σε κάθε ευκαιρία.