δικαιώνομαι
ρήμα1. Αποδεικνύεται εκ των υστέρων η ορθότητα, η αλήθεια ή η ακρίβεια των απόψεων, των προβλέψεων ή των επιλογών κάποιου.
2. Αποκαθίσταται η ηθική τάξη, η τιμή ή η αθωότητα κάποιου έπειτα από περίοδο αδικίας ή αμφισβήτησης.
Συνώνυμα
επαληθεύομαι επιβεβαιώνομαι αποκαθίσταμαι ανταμείβομαι αθωώνομαι ικανοποιούμαι αναγνωρίζομαι απαλλάσσομαι εξαγνίζομαι αποζημιώνομαι ευοδώνομαι ξεπλένομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Χρειάστηκαν χρόνια υπομονής, αλλά τελικά δικαιώθηκε για την επιμονή του στο συγκεκριμένο σχέδιο.
- Μετά από έναν μακρύ δικαστικό αγώνα, η οικογένεια του θύματος επιτέλους δικαιώθηκε.
- Όλοι οι κόποι και οι ξάγρυπνες νύχτες της προετοιμασίας δικαιώνονται με την εισαγωγή σου στη σχολή.
- Οι δυσοίωνες προβλέψεις των αναλυτών δυστυχώς δικαιώθηκαν πλήρως από τις εξελίξεις.