απαλλάσσομαι
ρήμα1. Σταματώ να υφίσταμαι ή να φέρω βάρος, υποχρέωση, ευθύνη ή πρόβλημα, οπότε αυτά δεν με επηρεάζουν πλέον.
2. Παύει η νομική ή ποινική δίωξη ή κατηγορία εναντίον μου και δεν επιβαρύνομαι με νομικές συνέπειες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
καταδικάζομαι κατηγορούμαι επιβαρύνομαι υποχρεούμαι δεσμεύομαι φορολογούμαι φταίω ευθύνομαι υφίσταμαι υπόκειμαι εγκλωβίζομαι οφείλω συλλαμβάνομαι κολλάω μπλοκάρομαι πονώ ελέγχομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Με την απόφαση του δικαστηρίου, απαλλάσσομαι από τις κατηγορίες.
- Αν προσκομίσω τα απαραίτητα έγγραφα, απαλλάσσομαι από την υποχρέωση καταβολής φόρου.
- Κάθε χρόνο, λόγω ηλικίας, απαλλάσσομαι από την υπηρεσία εφημερίας.
- Κάνοντας τακτικό ξεκαθάρισμα, απαλλάσσομαι από τα παλιά αντικείμενα που δεν χρειάζομαι.
- Όταν πληρώσω το πρόστιμο, απαλλάσσομαι από περαιτέρω κυρώσεις.