αδικούμαι
ρήμα1. Υφίσταμαι άδικη ή μεροληπτική μεταχείριση, στερούμαι όσα δικαιωματικά μου ανήκουν.
2. Δεν προβάλλομαι, δεν αποδίδω ή δεν παρουσιάζομαι σύμφωνα με την πραγματική μου αξία, ομορφιά ή δυνατότητες.
Συνώνυμα
υποτιμώμαι ρίχνομαι παραγκωνίζομαι μειώνομαι ζημιώνομαι βλάπτομαι καταπιέζομαι απαξιώνομαι παραβλέπομαι πλήττομαι καταδυναστεύομαι σπιλώνομαι υποβαθμίζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Νιώθει ότι αδικείται στη δουλειά του, καθώς οι προσπάθειές του δεν αναγνωρίζονται ποτέ.
- Αυτή η φωτογραφία την αδικεί κατάφορα, αφού από κοντά είναι πολύ πιο λαμπερή.
- Η ομάδα μας αδικήθηκε ξεκάθαρα από τις αποφάσεις της διαιτησίας στο δεύτερο ημίχρονο.
- Με το να μένεις σιωπηλός απέναντι σε αυτές τις κατηγορίες, απλώς αδικείς τον εαυτό σου.