ανάνηψη
ουσιαστικό1. Επαναφορά ή αποκατάσταση των ζωτικών λειτουργιών μετά από ανακοπή ή σοβαρή διαταραχή, συνήθως μέσω ιατρικών ή επείγοντων παρεμβάσεων.
2. Σταδιακή βελτίωση της υγείας ή της φυσικής κατάστασης μετά από ασθένεια, χειρουργική επέμβαση ή τραυματισμό.
Συνώνυμα
ανάρρωση ανάκαμψη αναζωογόνηση αναβίωση αναγέννηση αποκατάσταση ανόρθωση επαναφορά ζωογόνηση διάσωση αναπτέρωση ανάταση αναζωπύρωση επούλωση τόνωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανάνηψη του ασθενούς ήταν γρήγορη μετά την επέμβαση.
- Οι γιατροί πέτυχαν την ανάνηψη με καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση.
- Η ανάνηψη της οικονομίας παρείχε ελπίδα σε πολλούς ανέργους.
- Η ανάνηψη της παραδοσιακής μουσικής οφείλεται σε νεαρούς μουσικούς.
- Μετά την άσκηση χρειάστηκε λίγη ώρα για την ανάνηψη των δυνάμεών του.