ανασυγκρότηση
ουσιαστικό1. Η εκ νέου οργάνωση, διευθέτηση ή αναδιάρθρωση ενός συνόλου, οργανισμού, στρατεύματος ή φορέα που έχει υποστεί φθορά ή αποδιοργάνωση.
Συνώνυμα
αναδιοργάνωση ανασύνταξη αναδιάρθρωση ανασύσταση ανοικοδόμηση ανόρθωση ανάταξη αποκατάσταση αναμόρφωση επανίδρυση ανάκαμψη ανακατάταξη αναγέννηση αναπαλαίωση μεταρρύθμιση ανακαίνιση επανεκκίνηση αυτοσυγκέντρωση
Αντώνυμα
αποδιοργάνωση διάλυση αποσύνθεση αποδιάρθρωση αποσυντονισμός κατάρρευση διάσπαση καταστροφή παρακμή μαρασμός χάος
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά τον πόλεμο, η χώρα ξεκίνησε ένα τιτάνιο πρόγραμμα παραγωγικής και οικονομικής ανασυγκρότησης.
- Η διοίκηση της εταιρείας προχωρά σε ριζική ανασυγκρότηση των υπηρεσιών της για να αυξήσει την αποδοτικότητα.
- Το σύνταγμα υποχώρησε προσωρινά για ξεκούραση και ταχεία ανασυγκρότηση των δυνάμεών του.
- Χρειάζομαι λίγες ημέρες ηρεμίας μακριά από τη δουλειά για ψυχολογική ανασυγκρότηση.