μεταρρύθμιση

ουσιαστικό

1. Ουσιαστική και προγραμματισμένη αλλαγή σε νόμους, θεσμούς ή κοινωνικοοικονομικές δομές με στόχο τη βελτίωση, τη διόρθωση κακώς κειμένων ή τον εκσυγχρονισμό, χωρίς βίαιη ανατροπή του καθεστώτος.

Συνώνυμα

αναμόρφωση ρεφόρμα αναδιάρθρωση εκσυγχρονισμός αναδιοργάνωση μετασχηματισμός αλλαγή βελτίωση ανανέωση μεταβολή τροποποίηση αναδόμηση εξορθολογισμός τομή καινοτομία επανίδρυση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση ψηφίστηκε από τη Βουλή μετά από πολύμηνες διαβουλεύσεις.
  • Η χώρα έχει άμεση ανάγκη από βαθιές μεταρρυθμίσεις στον τομέα της δημόσιας διοίκησης.
  • Οι πολίτες αντέδρασαν έντονα στην προτεινόμενη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος.
  • Η προτεσταντική Μεταρρύθμιση καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία.