μετασχηματισμός

ουσιαστικό

1. Ριζική ή ουσιαστική αλλαγή της μορφής, της δομής, της φύσης ή του χαρακτήρα προσώπου, πράγματος, συστήματος ή κατάστασης.

Συνώνυμα

μετατροπή μεταμόρφωση μετάπλαση μεταβολή μετουσίωση αλλαγή ανασχηματισμός αναμόρφωση αναδιάρθρωση τροποποίηση μετάλλαξη αλλοίωση αναδιοργάνωση εκσυγχρονισμός μετάπτωση εξέλιξη

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ψηφιακός μετασχηματισμός της δημόσιας διοίκησης διευκόλυνε σημαντικά την εξυπηρέτηση των πολιτών.
  • Η οικονομική κρίση οδήγησε στον ριζικό μετασχηματισμό του παραγωγικού μοντέλου της χώρας.
  • Στο μάθημα της γραμμικής άλγεβρας εξετάσαμε τον γεωμετρικό μετασχηματισμό των διανυσμάτων στο επίπεδο.
  • Η επιστημονική έρευνα κατέγραψε έναν εντυπωσιακό γενετικό μετασχηματισμό στα βακτήρια του δείγματος.