ανεξήγητος

επίθετο

1. Που δεν μπορεί να εξηγηθεί ή να δικαιολογηθεί με βάση τη λογική, την επιστήμη ή τους φυσικούς νόμους.

2. Που παραμένει αδιευκρίνιστος, ασαφής ή αναίτιος στη συμπεριφορά ή στην εκδήλωσή του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

εξηγήσιμος ερμηνεύσιμος ευεξήγητος αιτιολογημένος ευνόητος κατανοητός δικαιολογημένος αυτονόητος λογικός προφανής σαφής ξεκάθαρος

Παραδείγματα χρήσης

  • Ένιωσε έναν ανεξήγητο φόβο μόλις δρασκέλισε την πόρτα του εγκαταλελειμμένου κτιρίου.
  • Οι γιατροί προσπαθούν να εντοπίσουν την αιτία μιας ανεξήγητης επιδείνωσης της υγείας του.
  • Η ξαφνική εξαφάνιση του πλοίου παραμένει ένα από τα πιο ανεξήγητα φαινόμενα της περιοχής.
  • Επικρατούσε μια ανεξήγητη ένταση στην αίθουσα, παρόλο που κανείς δεν μιλούσε.