ευνόητος
επίθετο1. Αυτός που μπορεί εύκολα να γίνει κατανοητός, που συλλαμβάνεται άμεσα από τον νου.
2. Αυτός που προκύπτει ως φυσικό επακόλουθο ή λογικό συμπέρασμα και δε χρειάζεται ιδιαίτερη επεξήγηση· αυτονόητος, προφανής.
Συνώνυμα
αυτονόητος ευκολονόητος κατανοητός προφανής σαφής πρόδηλος πασίδηλος καταφανής οφθαλμοφανής ξεκάθαρος ολοφάνερος αυταπόδεικτος εύληπτος ευδιάκριτος εναργής λογικός αναμενόμενος βατός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Για ευνόητους λόγους ασφαλείας, τα στοιχεία των μαρτύρων δεν δόθηκαν στη δημοσιότητα.
- Είναι ευνόητο ότι μετά από τόσες ώρες ταξιδιού τα παιδιά θα ήταν κουρασμένα.
- Ο συγγραφέας κατόρθωσε να αναλύσει ένα δύσκολο θέμα με τρόπο απλό και ευνόητο.
- Θεωρώ απολύτως ευνόητη την αγανάκτησή του, δεδομένης της αδικίας που υπέστη.