ανθρωπισμός
ουσιαστικό1. Φιλοσοφική και πνευματική στάση ή κίνημα, ιδίως της εποχής της Αναγέννησης, που τοποθετεί τον άνθρωπο, τις αξίες, τις ανάγκες και την πνευματική του καλλιέργεια στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος.
Συνώνυμα
ουμανισμός ανθρωπιά φιλανθρωπία αλτρουισμός φιλαλληλία αλληλεγγύη ευσπλαχνία σπλαχνικότητα καλοσύνη συμπόνια επιείκεια μεγαλοψυχία ανθρωποκεντρισμός ευαισθησία
Αντώνυμα
απανθρωπιά βαρβαρότητα θηριωδία αγριότητα σκληρότητα ασπλαχνία σκληροκαρδία αναλγησία κτηνωδία αδιαφορία εγωισμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποστολή βοήθειας στις σεισμόπληκτες περιοχές ήταν μια έμπρακτη εκδήλωση ανθρωπισμού.
- Ο ανθρωπισμός της Αναγέννησης επανέφερε στο προσκήνιο τα ιδεώδη της κλασικής αρχαιότητας.
- Σε περιόδους πολέμου και κρίσης, ο πραγματικός ανθρωπισμός δοκιμάζεται σκληρά.
- Όλοι οι νόμοι μιας ευνομούμενης πολιτείας οφείλουν να διαπνέονται από βαθύ ανθρωπισμό.