ανοικοδομώ

ρήμα

1. Χτίζω εκ νέου κτίριο ή κατασκευή που έχει καταστραφεί, υποστεί φθορές ή κατεδαφιστεί.

2. (μεταφορικά) Αποκαθιστώ, αναδιοργανώνω ή θέτω ξανά σε λειτουργία κάτι που έχει διαλυθεί ή κλονιστεί (όπως οικονομία, σχέσεις, θεσμοί).

Συνώνυμα

ξαναχτίζω ανακατασκευάζω ξαναφτιάχνω επανεγείρω αναστηλώνω ανασυγκροτώ ανορθώνω αναδημιουργώ αναπλάθω αποκαθιστώ ανακαινίζω επισκευάζω αναμορφώνω ανασυντάσσω αναγεννώ

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά τον καταστροφικό σεισμό, οι κάτοικοι πάλεψαν ενωμένοι για να ανοικοδομήσουν το χωριό τους.
  • Χρειάστηκαν αρκετά χρόνια σκληρής δουλειάς για να ανοικοδομηθεί η εθνική οικονομία μετά την κρίση.
  • Μετά από τόσες εντάσεις και παρεξηγήσεις, προσπαθούν τώρα να ανοικοδομήσουν τη σχέση τους πάνω σε γερές βάσεις.
  • Η πόλη ανοικοδομήθηκε πλήρως στα χρόνια που ακολούθησαν τη λήξη των εχθροπραξιών.