ανυπέρβλητος
επίθετο1. Που δεν μπορεί να ξεπεραστεί, να παρακαμφθεί ή να νικηθεί· αδύνατο να υπερνικηθεί.
2. Που δεν μπορεί να συγκριθεί ή να ξεπεραστεί σε αξία, ποιότητα, ικανότητα ή ομορφιά· ασυναγώνιστος, κορυφαίος.
Συνώνυμα
αξεπέραστος απαράμιλλος ασυναγώνιστος άφθαστος ασύγκριτος ακατανίκητος ανίκητος ακαταμάχητος ανεπανάληπτος αμίμητος απαράβλητος ακατάβλητος απροσπέλαστος υπέρτατος κορυφαίος ανέφικτος αδιάβατος άβατος
Αντώνυμα
υπερβατός ξεπεράσιμος αντιμετωπίσιμος προσπελάσιμος νικητός καταβλητός βατός εφικτός υποδεέστερος μέτριος
Παραδείγματα χρήσης
- Βρέθηκαν αντιμέτωποι με ανυπέρβλητα εμπόδια που τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν την προσπάθεια.
- Η ερμηνεία της στην τραγωδία θεωρήθηκε καλλιτεχνικό επίτευγμα ανυπέρβλητης αξίας.
- Το φυσικό τοπίο μαγεύει κάθε επισκέπτη με την ανυπέρβλητη ομορφιά του.
- Η διαφορά δυναμικότητας μεταξύ των δύο ομάδων αποδείχθηκε ανυπέρβλητη μέσα στο γήπεδο.