αδιάβατος

επίθετο

1. Που δεν μπορεί να διασχιστεί ή να περαστεί εξαιτίας εμποδίων, φυσικών καταστροφών ή δυσμενούς εδάφους.

2. (Μεταφορικά) Που είναι απρόσιτος, ανυπέρβλητος ή αδύνατο να υπερκεραστεί.

Συνώνυμα

άβατος απροσπέλαστος απροσπέραστος απέραστος δύσβατος αδιαπέραστος απάτητος φραγμένος απρόσιτος κλειστός αποκλεισμένος δυσπρόσιτος ανυπέρβλητος απλησίαστος αδιέξοδος

Αντώνυμα

βατός διάβατος διαβατός προσπελάσιμος προσβάσιμος προσπεράσιμος ανοιχτός διαπερατός πρόσιτος ευπρόσιτος

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο επαρχιακός δρόμος έμεινε αδιάβατος για μέρες εξαιτίας των κατολισθήσεων.
  • Το πυκνό και παρθένο δάσος ήταν σχεδόν αδιάβατο χωρίς ειδικό εξοπλισμό.
  • Μετά την καταιγίδα, ο χείμαρρος υπερχείλισε και έγινε εντελώς αδιάβατος.
  • Η βαθιά τους αντιπαλότητα δημιούργησε ένα αδιάβατο χάσμα ανάμεσα στις δύο οικογένειες.