ευπρόσιτος
επίθετο1. Που μπορεί κανείς εύκολα να τον πλησιάσει, να φτάσει σε αυτόν ή να εισέλθει.
2. (Για πρόσωπο) καταδεκτικός, φιλικός και ανοιχτός στην επικοινωνία.
3. (Για τιμή ή αγαθό) οικονομικός, που μπορεί κάποιος να αποκτήσει χωρίς υπέρμετρη δαπάνη.
Συνώνυμα
προσιτός προσβάσιμος ευκολοπλησίαστος βατός καταδεκτικός ευκατάδεκτος οικονομικός φθηνός ευνόητος κατανοητός φιλικός ανοιχτός συμφέρων απλός κοινωνικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το νέο ιατρείο βρίσκεται σε κεντρικό και ευπρόσιτο σημείο της πόλης.
- Παρά τη σπουδαία του καριέρα, ο καθηγητής παρέμεινε απλός και ευπρόσιτος σε όλους τους φοιτητές.
- Το κατάστημα προσφέρει ποιοτικά είδη ένδυσης σε πολύ ευπρόσιτες τιμές.
- Ο συγγραφέας κατάφερε να αποδώσει δύσκολες επιστημονικές έννοιες με τρόπο ευπρόσιτο για το ευρύ κοινό.