ανώμαλος
επίθετο1. Που αποκλίνει από το συνηθισμένο ή αναμενόμενο στην εμφάνιση, στη συμπεριφορά ή στην κατάσταση.
2. Που έχει μη ομαλή ή ανομοιόμορφη επιφάνεια, με ανισότητες, εξογκώματα ή λακκούβες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συμπεριφορά του ήταν ανώμαλη.
- Ο δρόμος μετά την καταιγίδα ήταν ανώμαλος και δύσκολος στην οδήγηση.
- Ο γιατρός σημείωσε έναν ανώμαλο καρδιακό ρυθμό στο ηλεκτροκαρδιογράφημα.
- Τους τελευταίους μήνες έχει ανώμαλη έμμηνο ρύση και πρέπει να συμβουλευτεί γυναικολόγο.
- Τον αποφεύγουν επειδή τον θεωρούν ανώμαλο.