απεγκλωβίζω

ρήμα

1. Βγάζω κάποιον ή κάτι από περίκλειστο ή επικίνδυνο χώρο όπου έχει παγιδευτεί και αδυνατεί να διαφύγει αυτόνομα.

2. Απαλλάσσω κάποιον από αδιέξοδη ή δυσχερή κατάσταση, απομακρύνω ένα εμπόδιο που καθηλώνει.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι πυροσβέστες κατάφεραν να απεγκλωβίσουν σώο τον οδηγό από τα συντρίμμια του αυτοκινήτου.
  • Χρειάζονται ριζικές μεταρρυθμίσεις για να απεγκλωβιστεί η οικονομία από το τέλμα των τελευταίων ετών.
  • Ειδικά κλιμάκια επιχειρούν να απεγκλωβίσουν δεκάδες κατοίκους από τα πλημμυρισμένα σπίτια.
  • Προσπαθεί εδώ και καιρό να απεγκλωβιστεί από μια επαγγελματική κατάσταση που δεν του προσφέρει καμία εξέλιξη.