καθηλώνω
ρήμα1. Κάνω κάποιον ή κάτι ανίκανο να κινηθεί ή να δράσει, συγκρατώντας ή στερεώνοντάς τον στη θέση του.
2. Προσελκύω ή κρατώ έντονα την προσοχή ή το ενδιαφέρον κάποιου, προκαλώντας θαυμασμό ή δέος, ώστε να μην μπορεί να αποσπαστεί.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν μιλάω στο κοινό, καθηλώνω με την ειλικρίνειά μου.
- Η ομιλία της καθηλώνει τους παρευρισκόμενους.
- Το ντοκιμαντέρ καθηλώνει τους θεατές από την αρχή μέχρι το τέλος.
- Ο σοβαρός τραυματισμός τον καθήλωσε στο κρεβάτι για μήνες.
- Οι χιονοστιβάδες καθήλωσαν τα οχήματα στον αυτοκινητόδρομο για ώρες.