απεξαρτημένος

επίθετο

1. Αυτός που έχει απαλλαγεί οριστικά ή επιτυχώς από σωματικό ή ψυχολογικό εθισμό σε ουσίες (όπως ναρκωτικά, αλκοόλ) ή επιβλαβείς συνήθειες (όπως τυχερά παιχνίδια).

Συνώνυμα

αποτοξινωμένος καθαρός απαλλαγμένος απελευθερωμένος αποδεσμευμένος ανεξαρτητοποιημένος ανεξάρτητος λυτρωμένος νηφάλιος αυτόνομος ακηδεμόνευτος γλιτωμένος αναγεννημένος

Αντώνυμα

εξαρτημένος εθισμένος τοξικοεξαρτημένος δέσμιος τοξικομανής υποδουλωμένος αιχμάλωτος υποχείριος ανελεύθερος ετερόνομος

Παραδείγματα χρήσης

  • Ως απεξαρτημένος πλέον, προσφέρει εθελοντικά στήριξη σε άτομα που δίνουν τη δική τους μάχη.
  • Μετά από πολυετή θεραπεία σε ειδική κοινότητα, δήλωσε επιτέλους απεξαρτημένη από τα ναρκωτικά.
  • Το πρόγραμμα στοχεύει στην ομαλή κοινωνική επανένταξη των απεξαρτημένων ατόμων.
  • Η χώρα προσπαθεί να γίνει ενεργειακά απεξαρτημένη από τα ορυκτά καύσιμα.