λυτρωμένος
επίθετο1. Που έχει απαλλαγεί ή απελευθερωθεί από βάσανα, φόβους ή καταπίεση, με αποτέλεσμα αίσθημα ανακούφισης και ελευθερίας.
2. Που έχει σωθεί ή εξαγοραστεί από ηθική ή θρησκευτική ενοχή, θεωρούμενος αποκατεστημένος σε πνευματικό ή ηθικό επίπεδο.
Συνώνυμα
σωσμένος απολυτρωμένος ελευθερωμένος απελευθερωμένος διασωσμένος γλιτωμένος συγχωρεμένος αναγεννημένος απαλλαγμένος ανακουφισμένος εξαγνισμένος σώος μετανοημένος καθαρός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά τη συγχώρεση, ένιωσε λυτρωμένος.
- Μετά την αθώωσή του, ένιωσε λυτρωμένος.
- Οι κάτοικοι ένιωσαν λυτρωμένοι όταν απελευθερώθηκε η πόλη.
- Το χωριό ήταν λυτρωμένο από τους εισβολείς.
- Αυτή αισθάνθηκε λυτρωμένη μόλις ζήτησε συγγνώμη από όλους.