ελευθερωμένος
επίθετο1. Που έχει αποκτήσει την ελευθερία του, απαλλαγμένος από δεσμά, αιχμαλωσία, φυλάκιση ή ξένη κυριαρχία και κατοχή.
2. Που έχει λυτρωθεί από έγνοιες, ψυχολογικά βάρη, φόβους, αναστολές ή κοινωνικές προκαταλήψεις.
Συνώνυμα
απελευθερωμένος ξεσκλαβωμένος λυτρωμένος απολυτρωμένος ελεύθερος λεύτερος αποδεσμευμένος απαλλαγμένος χειραφετημένος ασκλάβωτος αδέσμευτος ανεξάρτητος ξαλαφρωμένος αποφυλακισμένος ανεμπόδιστος ανυπότακτος
Αντώνυμα
σκλαβωμένος υποδουλωμένος αιχμάλωτος φυλακισμένος αλυσοδεμένος δέσμιος υπόδουλος αιχμαλωτισμένος δεσμευμένος εγκλωβισμένος υποταγμένος καταπιεσμένος χειραγωγημένος
Παραδείγματα χρήσης
- Οι κάτοικοι της ελευθερωμένης πόλης υποδέχτηκαν τα συμμαχικά στρατεύματα με τραγούδια και επευφημίες.
- Μετά την απολογία και την ομολογία της αλήθειας, ένιωσε επιτέλους ελευθερωμένος από το βάρος των ενοχών.
- Οι ελευθερωμένοι όμηροι επέστρεψαν σώοι και αβλαβείς στις οικογένειές τους μετά από μήνες αγωνίας.
- Ζει χωρίς περιττά κοινωνικά στερεότυπα, έχοντας ένα πνεύμα απόλυτα ελευθερωμένο.