σκλαβωμένος
επίθετο1. Που έχει χάσει την ελευθερία του και βρίσκεται υπό καθεστώς δουλείας ή ξένης κατοχής και κυριαρχίας.
2. Που βρίσκεται σε κατάσταση απόλυτης εξάρτησης από κάποιο πάθος, εθισμό, συνήθεια ή πρόσωπο, έχοντας απωλέσει την αυτονομία της βούλησής του.
Συνώνυμα
υποδουλωμένος υπόδουλος δέσμιος αλυσοδεμένος υποχείριος αιχμάλωτος ανελεύθερος υποταγμένος καθυποταγμένος αιχμαλωτισμένος υποτελής εξαρτημένος υποχρεωμένος κυριευμένος κατεχόμενος
Αντώνυμα
ελεύθερος απελευθερωμένος αδούλωτος ανεξάρτητος ανυπόδουλος λυτρωμένος χειραφετημένος αυτεξούσιος αδέσμευτος αυτόνομος ανυπότακτος
Παραδείγματα χρήσης
- Για τέσσερις αιώνες ο ελληνικός λαός παρέμενε σκλαβωμένος στον οθωμανικό ζυγό.
- Ένιωθε εντελώς σκλαβωμένος στα πάθη και τις κακές συνήθειές του, αδυνατώντας να αλλάξει τρόπο ζωής.
- Με τόση καλοσύνη και βοήθεια που μου πρόσφερες, σου είμαι για πάντα σκλαβωμένος.
- Τα σκλαβωμένα εδάφη περίμεναν καρτερικά τη στιγμή της απελευθέρωσης.