απόσταγμα
ουσιαστικό1. Υγρό προϊόν που προκύπτει από τη διαδικασία της απόσταξης, όπως αλκοολούχο ποτό, αιθέριο έλαιο ή καθαρή χημική ουσία.
2. Το πιο ουσιώδες, συμπυκνωμένο και εκλεκτό τμήμα σκέψης, εμπειρίας, γνώσης ή σοφίας· η πεμπτουσία.
Συνώνυμα
πεμπτουσία καταστάλαγμα συμπύκνωμα εκχύλισμα διύλισμα απάνθισμα ουσία πυρήνας εσάνς καρπός αποτέλεσμα συμπέρασμα ζουμί άνθος χυμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το βιβλίο αυτό αποτελεί το απόσταγμα μιας πολυετούς έρευνας πάνω στην ιστορία της τέχνης.
- Στο τέλος του γεύματος, ο οικοδεσπότης μάς κέρασε ένα παραδοσιακό απόσταγμα από σταφύλι.
- Οι συμβουλές της γιαγιάς ήταν το σοφό απόσταγμα μιας ολόκληρης ζωής γεμάτης εμπειρίες.
- Από τη χημική διεργασία προέκυψε ένα καθαρό απόσταγμα υψηλής συγκέντρωσης.